Ασφάλιση Ζωής & Υγείας
Επενδυτικά & Συνταξιοδοτικά Προγράμματα
Παιδικά Προγράμματα
Ασφάλιση Αυτοκινήτου
Ασφάλιση Μοτοσυκλέτας
Ασφάλιση Κατοικίας
Ασφάλιση Επιχείρησης
Ασφάλιση Δανείου
Λοιπές Ασφαλιστικές Υπηρεσίες

ΝΙΚΑΙΑ

Η πόλη πήρε το όνομα της τον Σεπτέμβριο του 1940 με το 271 Προεδρικό Διάταγμα. Μέχρι τότε ο δήμος λεγόταν Κοκκινιά. Για να αλλάξει το όνομα έγινε πανελλήνιος διαγωνισμός με χρηματικά έπαθλα από τον τότε δήμαρχο Μήλιο. Στον διαγωνισμό συμμετείχαν 415 πολίτες απ' όλη την Ελλάδα, ακόμα και ομογενείς οι οποίοι έστειλαν την πρότασή τους. Μερικά από τα προταθέντα ονόματα ήταν τα Τροία, Φρυγία, Βασιλειάς, Φοινίκη, Ανατολή, Τραπεζούντα κ.α.. Τελικά υπερίσχυσε το Νίκαια το οποίο είχαν προτείνει 56 άτομα.

Πρόκειται για μία από τις πόλεις που δημιουργήθηκαν μετά την Μικρασιατική Καταστροφή το 1922.

Στους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας δόθηκαν άγονες και ακαλλιέργητες εκτάσεις, απομακρυσμένες από τις τότε ανεπτυγμένες πόλεις. Δικαιούνταν 36 τ.μ. για να χτίσουν τα σπίτια τους, από όσα μέλη και αν αποτελούνταν. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι στεγάστηκαν 6.390 οικογένειες σε 4.484 παραπήγματα, ενώ μέχρι το 1925 είχαν κτισθεί 10.000 δωμάτια για 45.000 οικογένειες. Για την ανοικοδόμησή τους εργάστηκαν 4000 πρόσφυγες, άνδρες και γυναίκες.

Στα όρια με την Παλαιά Κοκκινιά ήταν εγκατεστημένοι και οι Αρμένιοι πρόσφυγες. Όταν στις 18 Ιουνίου του 1923 άρχισε να χτίζεται η πόλη, ένας αρμένιος πρόσφυγας αρχιτέκτονας, ο Αρτίν Παλατζιάν οικοδόμησε το γνωστό Λουτρό της πόλης, για την ατομική καθαριότητα των προσφύγων.

Τον πρώτο καιρό οι πρόσφυγες της Κοκκινιάς, εξαιτίας της απουσίας έργων υποδομής, της έλλειψης αποχετευτικού δικτύου, της ανυπαρξίας ηλεκτρικού ρεύματος, της λειψυδρίας, κ.α. βίωσαν τη φτώχεια, την αρρώστια, την πείνα. Οι επιδημίες θέριζαν τις προσφυγικές παράγκες, ενώ τα συσσίτια κράταγαν μόλις και μετά βίας τους ανθρώπους στη ζωή. Όμως αργότερα και κόντρα στις αντίξοες αυτές συνθήκες, εκτυλίσσεται κι επιτυγχάνεται η ανασύσταση της κοινωνικής ζωής, η οποία στηρίζεται βασικά στην επιχειρηματικότητα των προσφύγων και στον ανυποχώρητα μαχητικό χαρακτήρα τους.

Η ζωή στην Κοκκινιά χαρακτηρίζεται από το ήθος, τους ιδιαίτερους επικοινωνιακούς τρόπους, την κοινωνικότητα, την εξωστρέφεια, την επινοητικότητα, την κουλτούρα, την επιχειρηματικότητα, την εξοικείωση με τη ζωή της σύγχρονης πόλης, τον αναβαθμισμένο ρόλο και τη συμμετοχή των γυναικών στην κοινωνική ζωή. Έφτιαξαν εκ του μηδενός τα σπίτια τους, έχτισαν εξαρχής τις εκκλησιές τους, δημιούργησαν τους ζωτικούς πυρήνες της πόλης, όπου δέσποζαν τα χαρακτηριστικά της πατρίδας τους: η μουσική, το τραγούδι, το θέατρο, ο κινηματογράφος, ο αθλητισμός. Το πρώτο θέατρο λειτούργησε το 1923 μέσα σε αντίσκηνο.

Η επιχειρηματικότητα των προσφύγων εκδηλώνεται με πλήθος επιχειρηματικών δράσεων. Κορυφαία ενασχόλησή τους είναι η ταπητουργία. Η αγορά αποτελεί, επίσης, έναν κόμβο ανταλλαγών όπου αποδεικνύονται εμπράκτως η γνώση, η ευρυμάθεια και το πολύπλευρο ταλέντο των προσφύγων, οι οποίοι εργάζονται συστηματικά την ημέρα και διασκεδάζουν το βράδυ.

Κατά την περίοδο της Κατοχής στην Κοκκινιά γράφτηκαν κάποιες καίριες σελίδες της Εθνικής Αντίστασης. Η Μάχη της Κοκκινιάς και το Μπλόκο της πόλης αποτελούν δυο αιματηρά κεφάλαια απαράμιλλης γενναιότητας, ηρωισμού και αυτοθυσίας. Η επιλογή της Κοκκινιάς για την εφαρμογή του Μπλόκου δεν ήταν τυχαία, αφού η πόλη τα χρόνια εκείνα συμμετείχε ενεργά στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα. Ο λαός -σχεδόν στο σύνολό του- είχε οργανωθεί στην Εθνική Αντίσταση. Το ΕΑΜ Κοκκινιάς ήταν η πιο ισχυρή μαζική οργάνωση από τις τέσσερις που διέθετε το ΕΑΜ σ’ ολόκληρη την περιοχή του Πειραιά. Επιπροσθέτως, στη συμβολή των οδών Τζαβέλλα κι Αιτωλικού έδρασε το παράνομο τυπογραφείο της Κοκκινιάς, το οποίο στήθηκε στην πόλη την άνοιξη του 1943.

Τα μπλόκα που πραγματοποιήθηκαν την περίοδο της Κατοχής ήταν καλά σχεδιασμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις κι έλαβαν χώρα σε συνοικίες που είχαν αναπτυγμένη αντιστασιακή δράση.


Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΟΚΚΙΝΙΑΣ

4-8 Μάρτη 1944

Οι εργατικές κινητοποιήσεις της Κοκκινιάς επιδεικνύουν ένα ιδιαιτέρως αγωνιστικό πνεύμα, εξαιτίας της εργατικής σύνθεσης της πόλης, της οποίας ο αγώνας έχει ως κύρια χαρακτηριστικά τη μαζικότητα και την οργανωμένη αντίσταση.

Από τις 4 έως τις 8 Μάρτη 1944 η Κοκκινιά βίωσε κάποιες από τις πιο τραγικές μέρες της πολύχρονης ιστορίας της. Γερμανικές δυνάμεις σε συνεργασία με χωροφύλακες και ταγματασφαλίτες θέτουν στο στόχαστρό τους την πόλη, η οποία αντιστέκεται πεισματικά με πρωτεργάτες το 6ο Ανεξάρτητο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ, τα μέλη του ΕΑΜ, τους αγωνιστές της ΕΠΟΝ και -κυρίως- τη συντριπτική πλειοψηφία του λαού της Κοκκινιάς.

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ

Σάββατο 4 Μάρτη 1944: Χωροφύλακες και ταγματασφαλίτες προσπαθούν να εισβάλουν από δυο διαφορετικά σημεία στην πόλη, αλλά μετά από πολύωρες συγκρούσεις αναχαιτίζονται από τους αγωνιστές του ΕΛΑΣ, οι οποίοι το ίδιο βράδυ συγκαλούν κοινή σύσκεψη ΕΑΜιτών κι ΕΛΑΣιτών στην Κοκκινιά κι αποφασίζουν γενική επιφυλακή κι ενημέρωση του λαού της πόλης.

Κυριακή 5 Μάρτη 1944. Οι Κοκκινιώτες απαντούν με μεγαλειώδες συλλαλητήριο κατά της τρομοκρατίας στην πλατεία του Αγίου Νικολάου. Παράλληλα απαιτούν συσσίτιο για τα παιδιά. Στο τέλος του συλλαλητηρίου η πόλη δέχεται πολυμέτωπη επιδρομή, για να καταλήξει -μετά από αιματηρές μάχες- στην οπισθοχώρηση των Γερμανών και των ντόπιων συνεργατών τους.

Δευτέρα 6 Μάρτη 1944. Ο Πειραιάς ξυπνά με μαζική πανεργατική απεργία κατά της τρομοκρατίας του λαού της Κοκκινιάς. Η συμμετοχή κι η αλληλεγγύη των εργατών και του λαού προς τους Κοκκινιώτες αγωνιστές είναι καθολική. Η πόλη δέχεται σχεδιασμένη επιδρομή, που καταλήγει -μετά την αιματοχυσία- σε άτακτη φυγή των κατακτητών.

Τρίτη 7 Μάρτη 1944. Οι επιθέσεις των Γερμανών εντείνονται. Ο πολιορκητικός κλοιός στενεύει ασφυκτικά γύρω απ’ την πόλη. Τα ξημερώματα εντοπίζονται «γερμανοτσολιάδες» στην οδό Θηβών. Η σάλπιγγα του ΕΛΑΣ σημαίνει στις 6.00΄ γενική επίθεση του λαϊκού στρατού. Γίνονται μάχες σώμα με σώμα για την κατάληψη του κάθε δρόμου. Μέχρι τις 11.00΄ η αντίστασή του ΕΛΑΣ έχει καμφθεί, λόγω της έλλειψης πυρομαχικών. Τότε παίρνεται απόφαση για γενική αντεπίθεση με όσα πυρομαχικά έχουν απομείνει και δίνεται εντολή -αν χρειαστεί- να δοθεί μάχη με τις πέτρες ή με τα χέρια. Ο ανεφοδιασμός από τις γύρω περιοχές είναι αδύνατος, αφού η Κοκκινιά κυκλώνεται από -περίπου- 1800 Ναζί. Οι Γερμανοί διανυκτερεύουν στην πόλη.

Τετάρτη 8 Μάρτη 1944. Οι Ναζί κι οι ντόπιοι συνεργάτες τους ξημερώνονται στο δημοτικό σχολείο, που βρίσκεται επί των οδών Γρεβενών και Ραιδεστού, ενώ περιμετρικά τους φρουρούν οπλοπολυβόλα. Κατά τη διάρκεια της νύχτας κάνουν επιδρομές στην πόλη, τρομοκρατούν και συλλαμβάνουν τους Κοκκινιώτες, ερευνώντας εξονυχιστικά τα σπίτια για μαχητές του ΕΛΑΣ και του ΕΑΜ. Με εκφοβιστικές ανακοινώσεις από τα δικά τους πλέον “χωνιά” επιχειρούν -μάταια- να στρέψουν τον Κοκκινιώτικο λαό κατά του ΕΛΑΣ, του ΕΑΜ και της ΕΠΟΝ. Δηλώνουν ότι δεν θα πειράξουν κανέναν εάν δεν τους επιτεθεί ο ΕΛΑΣ. Το ίδιο πρωί οι ταγματασφαλίτες εκτελούν τους συλληφθέντες της 5ης Μάρτη 1944 στην πλατεία των Αγίων Αναργύρων. Αργά το απόγευμα αποχωρούν από την Κοκκινιά, μεταφέροντας 300 αιχμάλωτους στο Χαϊδάρι. Ο λαός ανασαίνει προσωρινά με την αποχώρηση του κατακτητή κι εξακολουθεί τον αγώνα ως το επόμενο μεγάλο χτύπημα, το περιβόητο μπλόκο της πόλης που πραγματοποιείται στις 17 Αυγούστου 1944, 5 μήνες μετά.

Οι Γερμανοί κι οι ντόπιοι συνεργάτες τους δεν κατόρθωσαν να πατήσουν ξανά -οργανωμένα- το πόδι τους στην Κοκκινιά μέχρι την 17η Αυγούστου, τη μέρα που η πόλη ζει την κορυφαία στιγμή της αιματοχυσίας της, το ιστορικό Μπλόκο της Κοκκινιάς. Το “Μπλόκο” ήταν -μεταξύ άλλων- η εκδικητική 
κατάληξη του δράματος της 7ης Μάρτη, τ’ αντίποινα των Γερμανών για την ήττα που υπέστησαν στη Μάχη της Κοκκινιάς.


ΤΟ ΜΠΛΟΚΟ ΤΗΣ ΚΟΚΚΙΝΙΑΣ

Πέμπτη 17 Αυγούστου 1944

Στις 15 Αυγούστου 1944 οι Γερμανοί επιχειρούν να μπουν από τα Μανιάτικα του Πειραιά στο νότιο μέρος της Κοκκινιάς, οπότε γίνονται αντιληπτοί από το λαό και τις αντιστασιακές οργανώσεις. Η αναχαίτισή τους αρχίζει αμέσως και καταλήγει σε πολύωρες οδομαχίες. Σε πρώτη φάση -παρά την ανισομέρεια μεταξύ των δυνάμεων του ΕΛΑΣ και των Γερμανών- καταφέρνουν οι Κοκκινιώτες σύσσωμοι με τους αντάρτες να τους αναχαιτίσουν. Το απόγευμα της ίδιας μέρας ριπές πολυβόλων, φωτοβολίδες και όλμοι δίνουν το σύνθημα ότι αρχίζει πολυμέτωπη επίθεση στην πόλη. Οι μάχες διαδραματίζονται σ’ όλες τις γειτονιές της Κοκκινιάς, ενώ τα μέτωπα των συγκρούσεων συγκλίνουν στο κέντρο της. Η υπεροπλία των Γερμανών και η συνεργασία των ντόπιων δωσίλογων καταλήγουν στη σύλληψη των πρώτων αιχμαλώτων και τη μεταφορά τους με φορτηγά στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου.

Προς το ξημέρωμα της 17ης Αυγούστου, κοντά στις 2:30΄ το πρωί ξεκινά η ομαδική εξόντωση που θα κορυφωθεί με την ανατολή του ήλιου. Δεκάδες γερμανικά καμιόνια περικυκλώνουν τις γύρω περιοχές: Κορυδαλλό, Αιγάλεω, Δαφνί, Ρέντη, Κερατσίνι, Φάληρο, Πειραιά. Ο κλοιός σφίγγει ασφυκτικά γύρω από την πόλη, στην οποία καταφθάνει μαζί με τους κατακτητές και το μηχανοκίνητο τμήμα του δωσίλογου Ν. Μπουραντά. Την ώρα που ο κόσμος κοιμάται, 3.000 Γερμανοί κι Έλληνες ταγματασφαλίτες εισβάλλουν βαριά οπλισμένοι στην Κοκκινιά.

Μετά τις 6:00΄ ακούγονται τα χωνιά των ταγματασφαλιτών: «Προσοχή - προσοχή! Σας μιλάνε τα τάγματα ασφαλείας. Όλοι οι άντρες από 14 έως 60 ετών να πάνε στην πλατεία της Οσίας Ξένης για έλεγχο ταυτοτήτων. Όσοι πιαστούν στα σπίτια τους θα τουφεκίζονται επί τόπου». Πανικός κυριαρχεί παντού. Οι στέγες, οι καταπακτές και τα πηγάδια αποτελούν τις κρυψώνες των αρρένων Κοκκινιωτών. Οι πόρτες των φτωχικών παραγκόσπιτων γκρεμίζονται με υποκόπανους, ενώ οι αγωνιστές σέρνονται με κλωτσιές και βρισιές στον τόπο του μαρτυρίου. Όσοι δεν υπακούν την εντολή εκτελούνται επιτόπου στα σπίτια τους. Η αντίσταση πνίγεται στο αίμα.

Γύρω στις 8:00΄ η πλατεία της Οσίας Ξένης κι οι γύρω δρόμοι ξεχειλίζουν από κόσμο. Χιλιάδες άτομα συγκεντρώνονται και χωρίζονται σε πεντάδες με κενά μεταξύ τους, έτσι ώστε οι κουκουλοφόροι να υποδεικνύουν ποιος θα θανατωθεί. Η εντολή είναι να κάθονται γονατιστοί με ψηλά το κεφάλι μες στον καυτό Αυγουστιάτικο ήλιο. Αρκετοί λιποθυμούν κι εναγωνίως ζητούν λίγες σταγόνες νερό. Όσες γυναίκες προσπαθούν να πλησιάσουν τους κρατούμενους για να τους προσφέρουν νερό κακοποιούνται μπροστά σε

όλους. Στην πλατεία οι κουκουλοφόροι προδότες ξεδιαλέγουν τους -προς εκτέλεση- μελλοθάνατους. Ο τόπος της εκτέλεσης είναι κοντά στην πλατεία της Οσίας Ξένης στη μάντρα ενός ταπητουργείου, στη συμβολή των οδών Κιλικίας και Θείρων. Η εικόνα είναι αποτρόπαια. Σωρός τα πτώματα τσουβαλιασμένα το ένα πάνω στο άλλο. Οι Γερμανοί δίνουν διαταγή στους κουκουλοφόρους να σκυλέψουν τους νεκρούς. Καθώς παλεύουν με τα κουφάρια για να βρουν τα πολύτιμα αντικείμενα πέφτουν ξέπνοοι από τα γερμανικά πολυβόλα.

Μια ομάδα ανταρτών -με επικεφαλής την αντάρτισσα Διαμάντω Κουμπάκη- κρύβονται στο βόρειο τμήμα της πόλης στα σπίτια συναγωνιστών. Η περιοχή ζώνεται από τους Γερμανούς στις φλόγες. Από τα 90 σπίτια καίγονται ολοσχερώς τα 80 στη συνοικία του 4ου Καραβά που ονομάζεται Καμένα. Το κρησφύγετο της ομάδας του εφεδρικού ΕΛΑΣ -όπου συμμετείχε η Κουμπάκη- αποκαλύπτεται, η αντάρτισσα συλλαμβάνεται κι οδηγείται με άγριο ξυλοδαρμό στη Μάντρα, όπου αφήνει την τελευταία πνοή της.

Η αυλαία της τραγωδίας κλείνει γύρω στις 18:00΄ με το ξεδιάλεγμα 8.000 ομήρων. Οι νεκροί ξεπερνούν τους 148. Στη Μάντρα του Μπλόκου εκτελέστηκαν εκείνη την ημέρα 72 άντρες -τα ονόματα των οποίων έγιναν εκ των υστέρων γνωστά- και δυο γυναίκες, η Διαμάντω Κουμπάκη και η Αθηνά Μαύρου.

Σημειώνουμε, επίσης, ότι θύματα υπήρξαν και στο σαρανταήμερο μνημόσυνο των νεκρών του Μπλόκου, όταν οι Γερμανοί χτύπησαν- από το πολυβολείο που έστησαν στον Καραβά- αθώους πολίτες που βρίσκονταν στην πλατεία μετά την επιμνημόσυνη δέηση στο Ναό της Οσίας Ξένης.

Από τα παραπάνω γεγονότα η Νίκαια έχει αναγνωριστεί επίσημα ως μαρτυρική πόλη.

(Ως μαρτυρικά χωριά και πόλεις χαρακτηρίζονται στην Ελλάδα, χωριά ή πόλεις τα οποία έχουν υποστεί μεγάλες καταστροφές από ξένους εισβολείς ή κατακτητές σε περιόδους πολεμικών συγκρούσεων. Ο χαρακτηρισμός αυτός γίνεται επίσημα με προεδρικό διάταγμα. Αφορά συχνότερα οικισμούς που έχουν υποστεί καταστροφές την περίοδο της κατοχής (1941-1944).)